Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brachliegen
[past form: lag brach]
01
παραμένει ακαλλιέργητο, είναι αχρησιμοποίητο
Ungenutzt oder ohne Bewirtschaftung bleiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
brach
βασικό ρήμα
liegen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
liege brach
γ΄ ενικό πρόσωπο
liegt brach
ενεστώτα μετοχή
brachliegend
απλός αόριστος
lag brach
παθητική μετοχή
brachgelegen
Παραδείγματα
Sein Talent liegt leider brach.
Δυστυχώς, το ταλέντο του μένει αχρησιμοποίητο.



























