Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brachliegen
01
παραμένει ακαλλιέργητο, είναι αχρησιμοποίητο
Ungenutzt oder ohne Bewirtschaftung bleiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
brach
βασικό ρήμα
liegen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
liege brach
γ΄ ενικό πρόσωπο
liegt brach
ενεστώτα μετοχή
brachliegend
απλός αόριστος
lag brach
παθητική μετοχή
brachgelegen
Παραδείγματα
Der Acker liegt seit der Dürre brach.
Το χωράφι έχει μείνει αγρανάπαυο από την ξηρασία.



























