der boom
boom
bo:m
bom

Ορισμός και σημασία του "boom"στα γερμανικά

01

έκρηξη, ανάπτυξη

Eine Phase schnellen wirtschaftlichen Wachstums, plötzlicher Popularität oder erhöhter Nachfrage nach etwas 
der Boom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Booms
πληθυντικός τύπος
Booms
Παραδείγματα
Der Immobilienboom trieb die Preise in die Höhe. 

Το boom ακινήτων ανέβασε τις τιμές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store