das boot
boot
bo:t
bot

Ορισμός και σημασία του "boot"στα γερμανικά

01

βάρκα, πλοίο

Kleines Fahrzeug, das auf dem Wasser fährt 
das Boot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Boot(e)s
πληθυντικός τύπος
Boote
Παραδείγματα
Wir fahren mit dem Boot über den See. 

Διασχίζουμε τη λίμνη με βάρκα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store