Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Boden
01
έδαφος, γη
Die feste Oberfläche der Erde
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bodens
πληθυντικός τύπος
Böden
Παραδείγματα
Die Blumen wachsen im Boden.
Τα λουλούδια μεγαλώνουν στο έδαφος.
02
πάτωμα, έδαφος
die untere Fläche eines Raumes oder der Erdboden, auf dem man geht oder steht
Παραδείγματα
Der Boden im Wohnzimmer ist sauber.
Το πάτωμα στο σαλόνι είναι καθαρό.
03
έδαφος, χώμα
Das Material aus Erde und organischen Stoffen auf der Erdoberfläche
Παραδείγματα
Pflanzen brauchen guten Boden zum Wachsen.
Τα φυτά χρειάζονται καλό έδαφος για να αναπτυχθούν.



























