blitzen
Pronunciation
/ˈblɪʦn̩/

Ορισμός και σημασία του "blitzen"στα γερμανικά

blitzen
01

αστράφτω, λαμπυρίζω

Ein helles Licht bei Gewitter erzeugen
blitzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
blitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
blitzt
ενεστώτα μετοχή
blitzend
απλός αόριστος
blitzt
παθητική μετοχή
geblitzt
Παραδείγματα
Am Himmel blitzte es hell und laut.
Ο ουρανός αστράφτηκε φωτεινά και δυνατά.
02

αστράφτω, λαμπυρίζω

Kurz und hell aufleuchten
blitzen definition and meaning
Παραδείγματα
Ihre Kette blitzte, als sie sich drehte.
Το κολιέ της λάμψε όταν γύρισε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store