Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blitzen
01
αστράφτω, λαμπυρίζω
Ein helles Licht bei Gewitter erzeugen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
blitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
blitzt
ενεστώτα μετοχή
blitzend
απλός αόριστος
blitzt
παθητική μετοχή
geblitzt
Παραδείγματα
Am Abend blitzte es mehrmals über dem Feld.
Το βράδυ, η αστραπή έλαμψε πολλές φορές πάνω από το χωράφι.
02
αστράφτω, λαμπυρίζω
Kurz und hell aufleuchten
Παραδείγματα
Ihre Augen blitzten, als sie das Geschenk sah.
Τα μάτια της λάμψαν όταν είδε το δώρο.



























