blind
blind
blɪnt
blint
blond

Ορισμός και σημασία του "blind"στα γερμανικά

01

τυφλός

Ohne Sehvermögen sein 
blind definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am blindesten
συγκριτικός βαθμός
blinder
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Mann ist seit seiner Geburt blind. 

Ο άντρας είναι τυφλός από τη γέννησή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store