Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blenden
01
τυφλώνω, εκτυφλώνω
Durch starkes Licht vorübergehend die Sicht beeinträchtigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
blende
γ΄ ενικό πρόσωπο
blendet
ενεστώτα μετοχή
blendend
απλός αόριστος
blendete
παθητική μετοχή
blenden
Παραδείγματα
Der Scheinwerfer hat den Fahrer komplett geblendet.
Ο προβολέας τυφλώσει εντελώς τον οδηγό.



























