bleiben
Pronunciation
/ˈblaɪ̯bən/

Ορισμός και σημασία του "bleiben"στα γερμανικά

bleiben
01

μένω

An einem Ort oder in einem Zustand sein und nicht weggehen oder sich ändern
bleiben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bleibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
bleibt
ενεστώτα μετοχή
bleibend
απλός αόριστος
blieb
παθητική μετοχή
geblieben
Παραδείγματα
Es bleibt kalt.
Μένει κρύο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store