Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bleiben
01
μένω
An einem Ort oder in einem Zustand sein und nicht weggehen oder sich ändern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bleibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
bleibt
ενεστώτα μετοχή
bleibend
απλός αόριστος
blieb
παθητική μετοχή
geblieben
Παραδείγματα
Es bleibt kalt.
Μένει κρύο.



























