Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bildband
[gender: masculine]
01
φωτογραφικό βιβλίο, φωτογραφικό άλμπουμ
Ein Buch, das hauptsächlich aus hochwertigen Fotografien, Illustrationen oder Kunstwerken besteht, oft mit begleitenden Texten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bildband(e)s
πληθυντικός τύπος
Bildbände
Παραδείγματα
Der Künstler veröffentlichte einen Bildband mit seinen Skizzen.
Ο καλλιτέχνης δημοσίευσε ένα βιβλίο εικόνων με τα σκίτσα του.
Λεξικό Δέντρο
bildband
bild
band



























