Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Bild
[gender: neuter]
01
εικόνα, φωτογραφία
Eine visuelle Darstellung (Foto, Gemälde, Zeichnung)
Παραδείγματα
Das Bild hängt an der Wand.
Η εικόνα κρέμεται στον τοίχο.
02
νοητική εικόνα, νοητική αναπαράσταση
Eine Vorstellung oder Idee im Kopf
Παραδείγματα
Mein Bild von dir hat sich heute verändert.
Η εικόνα μου για σένα άλλαξε σήμερα.
03
θέα, πανόραμα
Was man sieht (Landschaft, Ansicht)
Παραδείγματα
Im Winter bietet der See ein völlig anderes Bild.
Το χειμώνα, η λίμνη προσφέρει μια εντελώς διαφορετική εικόνα.


























