Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bilanz
01
ισολογισμός, οικονομικά αποτελέσματα
Die Gesamtbewertung der finanziellen Situation eines Unternehmens nach Ablauf einer bestimmten Periode
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
bilanz
πληθυντικός τύπος
bilanzen
Παραδείγματα
Die Bilanz des dritten Quartals übertrifft alle Erwartungen.
Ο ισολογισμός του τρίτου τριμήνου ξεπερνά όλες τις προσδοκίες.



























