Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bilanz
01
ισολογισμός, οικονομικά αποτελέσματα
Die Gesamtbewertung der finanziellen Situation eines Unternehmens nach Ablauf einer bestimmten Periode
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
bilanz
πληθυντικός τύπος
bilanzen
Παραδείγματα
Nach drei roten Jahren weist die Bilanz erstmals wieder schwarze Zahlen auf.
Μετά από τρία κόκκινα χρόνια, ο ισολογισμός δείχνει για πρώτη φορά πάλι μαύρους αριθμούς.



























