Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bieten
[past form: bot]
01
προσφέρω, προτείνω
Etwas geben oder bereitstellen, oft als Möglichkeit oder Vorteil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
biete
γ΄ ενικό πρόσωπο
bietet
ενεστώτα μετοχή
bietend
απλός αόριστος
bot
παθητική μετοχή
geboten
Παραδείγματα
Wir bieten Ihnen einen guten Preis.
Σας προσφέρουμε μια καλή τιμή.



























