bieten
bie
ˈbi:
bi
ten
tən
tēn
betenbittenbiegen

Ορισμός και σημασία του "bieten"στα γερμανικά

bieten
01

προσφέρω, προτείνω

Etwas geben oder bereitstellen, oft als Möglichkeit oder Vorteil 
bieten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
biete
γ΄ ενικό πρόσωπο
bietet
ενεστώτα μετοχή
bietend
απλός αόριστος
bot
παθητική μετοχή
geboten
Παραδείγματα
Die Firma bietet flexible Arbeitszeiten. 

Η εταιρεία προσφέρει ευέλικτες ώρες εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store