bewölkt
Pronunciation
/bəˈvœlkt/

Ορισμός και σημασία του "bewölkt"στα γερμανικά

01

συννεφιασμένος, νεφοσκεπής

Mit vielen Wolken am Himmel
bewölkt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am bewölktesten
συγκριτικός βαθμός
bewölkter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Sonne versteckt sich hinter den bewölkten Wolken.
Ο ήλιος κρύβεται πίσω από τα συννεφιασμένα σύννεφα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store