Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bewerten
01
Etwas oder jemanden nach bestimmten Kriterien beurteilen und einen Wert oder eine Note zuweisen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bewerte
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewertet
ενεστώτα μετοχή
bewertend
απλός αόριστος
bewertete
παθητική μετοχή
bewertet
Παραδείγματα
Die Aktie wurde von Experten positiv bewertet.



























