beurteilen
beurteilen
bɔʏ̯ɐtaɪ̯lən
bawutailēn

Ορισμός και σημασία του "beurteilen"στα γερμανικά

beurteilen
01

αξιολογώ, κρίνω

Eine Meinung oder ein Urteil über jemanden oder etwas bilden, oft basierend auf bestimmten Kriterien oder Fakten 
beurteilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
beur
βασικό ρήμα
teilen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beurteile
γ΄ ενικό πρόσωπο
beurteilt
ενεστώτα μετοχή
beurteilend
απλός αόριστος
beurteilte
παθητική μετοχή
beurteilt
Παραδείγματα
Der Lehrer beurteilt die Leistungen der Schüler fair. 

Ο δάσκαλος αξιολογεί τις επιδόσεις των μαθητών δίκαια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store