Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Betriebsklima
[gender: neuter]
01
κλίμα εργασίας, ατμόσφαιρα στον εργασιακό χώρο
Die Stimmung und zwischenmenschliche Atmosphäre an einem Arbeitsplatz
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Betriebsklimas
Παραδείγματα
Das Betriebsklima in dieser Abteilung ist sehr angespannt.
Το κλίμα εργασίας σε αυτό το τμήμα είναι πολύ τεταμένο.



























