bestätigen
be
stä
ˈʃtɛ:
shte
tigen
tɪgn
tign
beseitigenbesteigenbetätigen

Ορισμός και σημασία του "bestätigen"στα γερμανικά

bestätigen
01

επιβεβαιώνω, επικυρώνω

Etwas als richtig oder wahr erklären 
bestätigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
stätigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bestätige
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestätigt
ενεστώτα μετοχή
bestätigend
απλός αόριστος
bestätigte
παθητική μετοχή
bestätigt
Παραδείγματα
Ich kann den Termin bestätigen. 

Μπορώ να επιβεβαιώσω το ραντεβού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store