Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bespannen
01
καλύπτω, τεντώνω
Eine Fläche oder ein Gerüst mit einem Material überziehen oder spannen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bespanne
γ΄ ενικό πρόσωπο
bespannt
ενεστώτα μετοχή
bespannend
απλός αόριστος
bespannte
παθητική μετοχή
bespannt
Παραδείγματα
Die Autositze sind mit Kunstleder bespannt.
Οι θέσεις του αυτοκινήτου είναι καλυμμένες με συνθετικό δέρμα.



























