Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
besorgen
01
αποκτώ, αγοράζω
Etwas beschaffen oder kaufen, um es zu bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
sorgen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
besorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
besorgt
ενεστώτα μετοχή
besorgend
απλός αόριστος
besorgte
παθητική μετοχή
besorgt
Παραδείγματα
Kannst du mir bitte eine Flasche Wasser besorgen?
Μπορείς να μου προμηθεύσεις ένα μπουκάλι νερό, παρακαλώ;
02
φροντίζω, νοιάζομαι για
sich um jemanden oder etwas kümmern
Παραδείγματα
Kannst du bitte meine Pflanzen besorgen, während ich im Urlaub bin?
Μπορείς σε παρακαλώ να φροντίσεις τα φυτά μου ενώ είμαι σε διακοπές;
03
διαχειρίζομαι, οργανώνω
Etwas erledigen oder organisieren
Παραδείγματα
Ich besorge das schnell für dich.
Θα το διαχειριστώ γρήγορα για σένα.



























