Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
besorgen
01
αποκτώ, αγοράζω
Etwas beschaffen oder kaufen, um es zu bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
sorgen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
besorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
besorgt
ενεστώτα μετοχή
besorgend
απλός αόριστος
besorgte
παθητική μετοχή
besorgt
Παραδείγματα
Wir haben die Eintrittskarten schon besorgt.
Έχουμε ήδη προμηθευτεί τα εισιτήρια εισόδου.
02
φροντίζω, νοιάζομαι για
sich um jemanden oder etwas kümmern
Παραδείγματα
Sie besorgt liebevoll ihren Garten jeden Tag.
Αυτή φροντίζει με αγάπη τον κήπο της κάθε μέρα.
03
διαχειρίζομαι, οργανώνω
Etwas erledigen oder organisieren
Παραδείγματα
Wir müssen die Formalitäten besorgen.
Πρέπει να φροντίσουμε τις τυπικότητες.



























