Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
besetzen
01
καταλαμβάνω, κατακτώ
Ein Ort oder Gebiet gewaltsam oder gegen Widerstand einnehmen und kontrollieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
besetze
γ΄ ενικό πρόσωπο
besetzt
ενεστώτα μετοχή
besetzend
απλός αόριστος
besetzte
παθητική μετοχή
besetzt
Παραδείγματα
Der Feind hat unsere Grenzposten besetzt.
Ο εχθρός κατέλαβε τα συνοριακά μας φυλάκια.



























