der besen
besen
be:sn
besn
busenbetenbeben

Ορισμός και σημασία του "besen"στα γερμανικά

01

σκούπα, βούρτσα

Ein Reinigungsgerät mit Borsten oder Fasern zum Kehren von Schmutz 
der Besen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
besens
πληθυντικός τύπος
besen
Παραδείγματα
Kannst du bitte den Besen holen und die Küche fegen? 

Μπορείς σε παρακαλώ να πάρεις τη σκούπα και να σκουπίσεις την κουζίνα ;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store