Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Besen
01
σκούπα, βούρτσα
Ein Reinigungsgerät mit Borsten oder Fasern zum Kehren von Schmutz
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
besens
πληθυντικός τύπος
besen
Παραδείγματα
Kannst du bitte den Besen holen und die Küche fegen?
Μπορείς σε παρακαλώ να πάρεις τη σκούπα και να σκουπίσεις την κουζίνα ;



























