Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beschämend
01
επονείδιστος, ταπεινωτικός
Entwürdigend oder dem Anstand widersprechend
Παραδείγματα
Seine Lügen waren so offensichtlich, dass es beschämend war.
Τα ψέματά του ήταν τόσο προφανή που ήταν ντροπιαστικό.


























