die beschäftigung
besch
ˈbəʃ
μπασ
äf
ɛf
εφ
ti
τι
gung
gʊng
γκουνγκ
beschädigung

Ορισμός και σημασία του "beschäftigung"στα γερμανικά

Die Beschäftigung
01

επάγγελμα, δουλειά

Eine Tätigkeit, mit der man Zeit verbringt oder arbeitet 
die Beschäftigung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Beschäftigungen
γενική πτώση
Beschäftigung
Παραδείγματα
Meine Beschäftigung am Wochenende ist Gartenarbeit. 

Η απασχόλησή μου το σαββατοκύριακο είναι η κηπουρική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store