Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beschädigen
01
βλάπτω, ζημιώνω
Etwas kaputt machen oder einen Schaden verursachen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
schädigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beschädige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beschädigt
ενεστώτα μετοχή
beschädigend
απλός αόριστος
beschädigte
παθητική μετοχή
beschädigt
Παραδείγματα
Der Unfall hat mein Auto schwer beschädigt.
Το ατύχημα πλήγωσε σοβαρά το αυτοκίνητό μου.



























