Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beschränken
01
περιορίζω, περιορίζω
Etwas auf eine bestimmte Grenze oder Anzahl reduzieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
schränken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beschränke
γ΄ ενικό πρόσωπο
beschränkt
ενεστώτα μετοχή
beschränkend
απλός αόριστος
beschränkte
παθητική μετοχή
beschränkt
Παραδείγματα
Die Stadt beschränkt den Verkehr in der Innenstadt.
Η πόλη περιορίζει την κυκλοφορία στο κέντρο της πόλης.
02
περιορίζω τον εαυτό μου
Sich auf etwas Bestimmtes begrenzen oder mit weniger zufrieden sein
Παραδείγματα
Ich beschränke mich auf zwei Stück Kuchen.
Περιορίζω τον εαυτό μου σε δύο κομμάτια κέικ.



























