Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
berühren
01
αγγίζω, ακουμπώ
Körperlichen Kontakt mit etwas oder jemandem herstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
rühren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
berühre
γ΄ ενικό πρόσωπο
berührt
ενεστώτα μετοχή
berührend
απλός αόριστος
berührte
παθητική μετοχή
berührt
Παραδείγματα
Sie berührte seine Hand, um ihn zu trösten.
Αυτή άγγιξε το χέρι του για να τον παρηγορήσει.



























