Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Berufung
01
κλήση, αποστολή
Eine tief empfundene Lebensaufgabe oder berufliche Bestimmung
Παραδείγματα
Schreiben ist meine Berufung, auch wenn es kein Geld bringt.
Το γράψιμο είναι το επάγγελμά μου, ακόμα κι αν δεν φέρνει χρήματα.
02
έφεση, αναίρεση
Ein Rechtsmittel, mit dem ein Urteil einer höheren Instanz zur Überprüfung vorgelegt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Berufung
πληθυντικός τύπος
Berufungen
Παραδείγματα
Der Anwalt empfahl, Berufung einzulegen.
Ο δικηγόρος συνέστησε να υποβάλει έφεση.



























