Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bereuen
[past form: bereute]
01
μετανιώνω
Nachträglich bedauern, dass man etwas getan oder nicht getan hat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bereue
γ΄ ενικό πρόσωπο
bereut
ενεστώτα μετοχή
bereuend
απλός αόριστος
bereute
παθητική μετοχή
bereut
Παραδείγματα
Ich habe es sofort bereut, diesen Kommentar abgegeben zu haben.
Μετάνιωσα αμέσως που έκανα αυτό το σχόλιο.



























