Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bereitstehen
01
für einen bestimmten Zweck verfügbar oder sofort einsatzbereit sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Die benötigten Unterlagen stehen bereits bereit.



























