Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bemessen
01
υπολογίζεται βάσει, αξιολογείται σύμφωνα με
Nach einem bestimmten Maßstab oder Kriterium berechnet oder beurteilt werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bemesse
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemisst
ενεστώτα μετοχή
bemessend
απλός αόριστος
bemaß
παθητική μετοχή
bemessen
Παραδείγματα
Der Bonus bemisst sich am Jahresgewinn des Unternehmens.
Το μπόνους υπολογίζεται με βάση το ετήσιο κέρδος της εταιρείας.



























