bemessen
be
messen
ˈmɛsn
mesn
besessenbelassenbefassenbeimessen

Ορισμός και σημασία του "bemessen"στα γερμανικά

bemessen
01

υπολογίζεται βάσει, αξιολογείται σύμφωνα με

Nach einem bestimmten Maßstab oder Kriterium berechnet oder beurteilt werden 
bemessen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bemesse
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemisst
ενεστώτα μετοχή
bemessend
απλός αόριστος
bemaß
παθητική μετοχή
bemessen
Παραδείγματα
Der Bonus bemisst sich am Jahresgewinn des Unternehmens. 

Το μπόνους υπολογίζεται με βάση το ετήσιο κέρδος της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store