Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
belästigt
01
παρενοχλημένος, ενοχλημένος
Sich unwohl oder gestört fühlend durch das Verhalten anderer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am belästigsten
συγκριτικός βαθμός
belästigter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Gäste fühlten sich durch den Lärm belästigt.
Οι επισκέπτες αισθάνθηκαν παρενοχλημένοι από τον θόρυβο.



























