belästigt
be
μπα
läs
ˈlɛs
λεσ
tigt
tɪkt
τικτ

Ορισμός και σημασία του "belästigt"στα γερμανικά

belästigt
01

παρενοχλημένος, ενοχλημένος

Sich unwohl oder gestört fühlend durch das Verhalten anderer 
belästigt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am belästigsten
συγκριτικός βαθμός
belästigter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Gefühl, Interaktion
Παραδείγματα
Sie fühlte sich von seinem Blick belästigt. 

Αισθάνθηκε παρενοχλημένη από το βλέμμα του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store