Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
belegen
[past form: belegte]
01
αποδεικνύω, βεβαιώνω
Etwas durch Beweise, Dokumente oder Beispiele bestätigen oder nachweisen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
belege
γ΄ ενικό πρόσωπο
belegt
ενεστώτα μετοχή
belegend
απλός αόριστος
belegte
παθητική μετοχή
belegt
Παραδείγματα
Die E-Mails belegen die Absprache mit dem Kunden.
Τα email αποδεικνύουν τη συμφωνία με τον πελάτη.



























