belegen
Pronunciation
/bəˈleːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "belegen"στα γερμανικά

belegen
01

αποδεικνύω, βεβαιώνω

Etwas durch Beweise, Dokumente oder Beispiele bestätigen oder nachweisen
belegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
belege
γ΄ ενικό πρόσωπο
belegt
ενεστώτα μετοχή
belegend
απλός αόριστος
belegte
παθητική μετοχή
belegt
Παραδείγματα
Die E-Mails belegen die Absprache mit dem Kunden.
Τα email αποδεικνύουν τη συμφωνία με τον πελάτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store