belegen
belegen
bəle:gng
bēlegng
beilegenbewegenbelügenbeleben

Ορισμός και σημασία του "belegen"στα γερμανικά

belegen
01

αποδεικνύω, βεβαιώνω

Etwas durch Beweise, Dokumente oder Beispiele bestätigen oder nachweisen 
belegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
belege
γ΄ ενικό πρόσωπο
belegt
ενεστώτα μετοχή
belegend
απλός αόριστος
belegte
παθητική μετοχή
belegt
Παραδείγματα
Der Pass belegt meine Identität. 

Το διαβατήριο αποδεικνύει την ταυτότητά μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store