Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Beitrag
01
τέλος, εισφορά
Das Geld, das man regelmäßig bezahlt, z. B. für eine Mitgliedschaft oder Versicherung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Beitrag(e)s
πληθυντικός τύπος
Beiträge
Παραδείγματα
Der Beitrag für den Verein ist monatlich.
Η εισφορά για το σύλλογο είναι μηνιαία.
02
μερίδιο, συνεισφορά
Ein Teil, den jemand zu etwas beiträgt
Παραδείγματα
Jeder leistet einen Beitrag zum Projekt.
Κάθε ένας συνεισφέρει στο έργο.
03
άρθρο, κείμενο
Ein Text, der in Zeitung oder Zeitschrift veröffentlicht wird
Παραδείγματα
Sie hat einen Beitrag in der Zeitung geschrieben.
Έγραψε ένα άρθρο στην εφημερίδα.



























