beinhalten
Pronunciation
/bəˈʔɪnˌhaltən/

Ορισμός και σημασία του "beinhalten"στα γερμανικά

beinhalten
[past form: beinhaltete]
01

περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω

Etwas als Teil von sich zu haben oder einzuschließen
beinhalten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
bei
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beinhalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
beinhaltet
ενεστώτα μετοχή
beinhaltend
απλός αόριστος
beinhaltete
παθητική μετοχή
beinhaltet
Παραδείγματα
Diese App beinhaltet viele nützliche Funktionen.
Αυτή η εφαρμογή περιλαμβάνει πολλές χρήσιμες λειτουργίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store