beinhalten
bein
baɪn
bain
halten
haltn
haltn
beibehaltenbehalten

Ορισμός και σημασία του "beinhalten"στα γερμανικά

beinhalten
01

περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω

Etwas als Teil von sich zu haben oder einzuschließen 
beinhalten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
bei
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beinhalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
beinhaltet
ενεστώτα μετοχή
beinhaltend
απλός αόριστος
beinhaltete
παθητική μετοχή
beinhaltet
Παραδείγματα
Das Paket beinhaltet eine Kamera und ein Stativ. 

Το πακέτο περιλαμβάνει μια φωτογραφική μηχανή και ένα τρίποδο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store