das bein
bein
baɪn
bain

Ορισμός και σημασία του "bein"στα γερμανικά

01

πόδι, κάτω άκρο

Der untere Teil des Körpers, der vom Fuß bis zur Hüfte reicht 
das Bein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Beine
γενική πτώση
Bein(e)s
Παραδείγματα
Er hat sich das Bein gebrochen. 

Έσπασε το πόδι του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store