beifügen
Pronunciation
/ˈbaɪ̯ˌfyːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "beifügen"στα γερμανικά

beifügen
01

συνάπτω, προσθέτω

Etwas zusätzlich zu einem Dokument, Brief oder Paket hinzufügen
beifügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
bei
βασικό ρήμα
fügen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
füge bei
γ΄ ενικό πρόσωπο
fügt bei
ενεστώτα μετοχή
beifügend
απλός αόριστος
fügte bei
παθητική μετοχή
beigefügt
Παραδείγματα
Ich habe die Unterlagen per E-Mail beigefügt.
Συνέβαλα τα έγγραφα μέσω email.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store