Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
behindert
01
ανάπηρος, με αναπηρία
Mit einer körperlichen oder geistigen Beeinträchtigung leben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am behindertesten
συγκριτικός βαθμός
behinderter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Gebäude ist für behinderte Menschen zugänglich.
Το κτίριο είναι προσβάσιμο για άτομα με αναπηρία.



























