behindert
be
μπα
hin
ˈhɪn
χιν
dert
dɐt
νττ
bewandert

Ορισμός και σημασία του "behindert"στα γερμανικά

01

ανάπηρος, με αναπηρία

Mit einer körperlichen oder geistigen Beeinträchtigung leben 
behindert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am behindertesten
συγκριτικός βαθμός
behinderter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Gesundheit, Gesellschaft, Fähigkeiten
Παραδείγματα
Er ist seit seiner Geburt behindert. 

Είναι ανάπηρος από τη γέννησή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store