behaupten
behaupten
bəhaʊ̯ptn
bēhawptn
behalten

Ορισμός και σημασία του "behaupten"στα γερμανικά

behaupten
01

επιβεβαιώνω τον εαυτό μου

Sich durchsetzen oder erfolgreich bleiben, besonders trotz Schwierigkeiten oder Konkurrenz 
behaupten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
haupten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
behaupte
γ΄ ενικό πρόσωπο
behauptet
ενεστώτα μετοχή
behauptend
απλός αόριστος
behauptete
παθητική μετοχή
behauptet
Παραδείγματα
Sie konnte sich gegen die starke Konkurrenz behaupten. 

Κατάφερε να κρατηθεί απέναντι στον ισχυρό ανταγωνισμό.

02

ισχυρίζομαι, υποστηρίζω

Etwas sagen und dabei überzeugt sein, dass es stimmt 
behaupten definition and meaning
Παραδείγματα
Er behauptet, die Wahrheit zu sagen. 

Αυτός ισχυρίζεται ότι λέει την αλήθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store