Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
behaupten
01
επιβεβαιώνω τον εαυτό μου
Sich durchsetzen oder erfolgreich bleiben, besonders trotz Schwierigkeiten oder Konkurrenz
Παραδείγματα
Nur wer stark ist, kann sich behaupten.
Μόνο όσοι είναι δυνατοί μπορούν να επιβεβαιώσουν τον εαυτό τους.
02
ισχυρίζομαι, υποστηρίζω
Etwas sagen und dabei überzeugt sein, dass es stimmt
Παραδείγματα
Er behauptet, das Buch selbst geschrieben zu haben.
Ισχυρίζεται ότι έγραψε το βιβλίο μόνος του.


























