behaupten
Pronunciation
/bəˈhaʊ̯ptən/

Ορισμός και σημασία του "behaupten"στα γερμανικά

behaupten
01

επιβεβαιώνω τον εαυτό μου

Sich durchsetzen oder erfolgreich bleiben, besonders trotz Schwierigkeiten oder Konkurrenz
behaupten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
haupten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
behaupte
γ΄ ενικό πρόσωπο
behauptet
ενεστώτα μετοχή
behauptend
απλός αόριστος
behauptete
παθητική μετοχή
behauptet
Παραδείγματα
Nur wer stark ist, kann sich behaupten.
Μόνο όσοι είναι δυνατοί μπορούν να επιβεβαιώσουν τον εαυτό τους.
02

ισχυρίζομαι, υποστηρίζω

Etwas sagen und dabei überzeugt sein, dass es stimmt
behaupten definition and meaning
Παραδείγματα
Er behauptet, das Buch selbst geschrieben zu haben.
Ισχυρίζεται ότι έγραψε το βιβλίο μόνος του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store