begleiten
beg
ˈbəg
bēg
lei
laɪ
lai
ten
tən
tēn
begleichenbereitenbeizeiten

Ορισμός και σημασία του "begleiten"στα γερμανικά

begleiten
01

συνοδεύω, παρακολουθώ

emanden auf dem Weg oder bei einer Tätigkeit begleiten 
begleiten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
gleiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
begleite
γ΄ ενικό πρόσωπο
begleitet
ενεστώτα μετοχή
begleitend
απλός αόριστος
begleitete
παθητική μετοχή
begleitet
Παραδείγματα
Ich begleite dich zum Bahnhof. 

Σε συνοδεύω στο σταθμό των τρένων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store