Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
begleiten
01
συνοδεύω, παρακολουθώ
emanden auf dem Weg oder bei einer Tätigkeit begleiten
Παραδείγματα
Er begleitet die Musiker auf dem Klavier.
Αυτός συνοδεύει τους μουσικούς στο πιάνο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συνοδεύω, παρακολουθώ