Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
begleiten
01
συνοδεύω, παρακολουθώ
emanden auf dem Weg oder bei einer Tätigkeit begleiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
gleiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
begleite
γ΄ ενικό πρόσωπο
begleitet
ενεστώτα μετοχή
begleitend
απλός αόριστος
begleitete
παθητική μετοχή
begleitet
Παραδείγματα
Er begleitet die Musiker auf dem Klavier.
Αυτός συνοδεύει τους μουσικούς στο πιάνο.



























