Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Begeisterung
[gender: feminine]
01
ενθουσιασμός, εξάρσεις
ein starkes Gefühl von Freude und Interesse an etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Begeisterung
πληθυντικός τύπος
Begeisterungen
Παραδείγματα
Ihre Begeisterung für wissenschaftliche Themen zeigt sich in ihren tiefgründigen Fragen und Analysen.
Ο ενθουσιασμός της για τα επιστημονικά θέματα εκδηλώνεται στις βαθιές ερωτήσεις και αναλύσεις της.



























