die Begeisterung
Pronunciation
/bəˈɡaɪ̯stəʀʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "begeisterung"στα γερμανικά

Die Begeisterung
[gender: feminine]
01

ενθουσιασμός, εξάρσεις

ein starkes Gefühl von Freude und Interesse an etwas
die Begeisterung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Begeisterung
πληθυντικός τύπος
Begeisterungen
Παραδείγματα
Ihre Begeisterung für wissenschaftliche Themen zeigt sich in ihren tiefgründigen Fragen und Analysen.
Ο ενθουσιασμός της για τα επιστημονικά θέματα εκδηλώνεται στις βαθιές ερωτήσεις και αναλύσεις της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store