die begeisterung
begeisterung
bəgaɪ̯stɐʁʊng
bēgaistroong

Ορισμός και σημασία του "begeisterung"στα γερμανικά

Die Begeisterung
01

ενθουσιασμός, εξάρσεις

ein starkes Gefühl von Freude und Interesse an etwas 
die Begeisterung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Begeisterungen
γενική πτώση
Begeisterung
Παραδείγματα
Die Begeisterung der Fans während des Konzerts war sichtbar. 

Ο ενθουσιασμός των θαυμαστών κατά τη διάρκεια της συναυλίας ήταν ορατός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store