beerdigen
beerdigen
bəʔe:ɐdɪgn
bēedign

Ορισμός και σημασία του "beerdigen"στα γερμανικά

beerdigen
01

θάβω, κηδεύω

Einen Verstorbenen an einem Grab zu bestatten 
beerdigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
erdigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beerdige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beerdigt
ενεστώτα μετοχή
beerdigend
απλός αόριστος
beerdigte
παθητική μετοχή
beerdigt
Παραδείγματα
Die Familie beerdigt den Großvater morgen. 

Η οικογένεια θάβει τον παππού αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store