Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beerdigen
01
θάβω, κηδεύω
Einen Verstorbenen an einem Grab zu bestatten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
erdigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beerdige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beerdigt
ενεστώτα μετοχή
beerdigend
απλός αόριστος
beerdigte
παθητική μετοχή
beerdigt
Παραδείγματα
Er möchte neben seiner Frau beerdigt werden.
Θέλει να ταφεί δίπλα στη γυναίκα του.



























