Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bedürftig
01
ανάγκης, φτωχός
In einer Situation sein, wo man Hilfe oder Unterstützung braucht, besonders finanziell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am bedürftigsten
συγκριτικός βαθμός
bedürftiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Organisation unterstützt bedürftige Kinder.
Ο οργανισμός υποστηρίζει παιδιά σε ανάγκη.



























