Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bedrücken
[past form: bedrückte]
01
καταπιέζω
Jemandem psychisch oder emotional belasten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bedrücke
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedrückt
ενεστώτα μετοχή
bedrückend
απλός αόριστος
bedrückte
παθητική μετοχή
bedrückt
Παραδείγματα
Die düstere Landschaft bedrückte die Reisenden wie eine unsichtbare Hand. "
Το ζοφερό τοπίο καταπίεζε τους ταξιδιώτες σαν ένα αόρατο χέρι.



























