Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bedingung
[gender: feminine]
01
προϋπόθεση, απαίτηση
Etwas, das erfüllt sein muss, damit etwas anderes passiert
Παραδείγματα
Eine gute Bedingung ist wichtig für den Erfolg.
Μια καλή προϋπόθεση είναι σημαντική για την επιτυχία.


























