Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
die Bedienungsanleitung
/bəˈdiːnʊŋsˌʔanlaɪ̯tʊŋ/
Die Bedienungsanleitung
[gender: feminine]
01
οδηγίες χρήσης, εγχειρίδιο χρήστη
Ein Heft oder Buch, das erklärt, wie man ein Gerät benutzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Bedienungsanleitung
πληθυντικός τύπος
Bedienungsanleitungen
Παραδείγματα
Ich habe die Bedienungsanleitung verloren.
Έχασα τον οδηγό χρήστη.



























