Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Bedenken
01
επιφύλαξη, ανησυχία
Ein Zweifel oder eine Sorge, die jemanden davon abhält, sofort zuzustimmen oder eine Entscheidung zu treffen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Bedenkens
πληθυντικός τύπος
Bedenken
Παραδείγματα
Die Investoren äußerten Bedenken wegen der Marktunsicherheit.
Οι επενδυτές εξέφρασαν ανησυχίες λόγω της αβεβαιότητας της αγοράς.
bedenken
01
λαμβάνω υπόψη, σκέφτομαι
Etwas bei seinen Überlegungen oder Planungen berücksichtigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
denken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bedenke
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedenkt
ενεστώτα μετοχή
bedenkend
απλός αόριστος
bedachte
παθητική μετοχή
bedacht
Παραδείγματα
Bedenke bitte die möglichen Folgen.
Παρακαλώ bedenke τις πιθανές συνέπειες.



























