das Bedenken
Pronunciation
/bəˈdɛŋkn̩/

Ορισμός και σημασία του "bedenken"στα γερμανικά

01

επιφύλαξη, ανησυχία

Ein Zweifel oder eine Sorge, die jemanden davon abhält, sofort zuzustimmen oder eine Entscheidung zu treffen
das Bedenken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Bedenkens
πληθυντικός τύπος
Bedenken
Παραδείγματα
Ich habe gewisse Bedenken bezüglich dieses Plans.
Έχω κάποιες ανησυχίες σχετικά με αυτό το σχέδιο.
bedenken
01

λαμβάνω υπόψη, σκέφτομαι

Etwas bei seinen Überlegungen oder Planungen berücksichtigen
bedenken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
denken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bedenke
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedenkt
ενεστώτα μετοχή
bedenkend
απλός αόριστος
bedachte
παθητική μετοχή
bedacht
Παραδείγματα
Er hatte nicht bedacht, wie stressig der Job sein würde.
Δεν είχε λάβει υπόψη πόσο αγχωτική θα ήταν η δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store