Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bedauern
01
λυπάμαι
Mit Unzufriedenheit oder Trauer an eine Situation denken, die man anders gewollt hätte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bedauere
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedauert
ενεστώτα μετοχή
bedauernd
απλός αόριστος
bedauerte
παθητική μετοχή
bedauert
Παραδείγματα
Ich bedauere meinen unfreundlichen Ton gestern.
Λυπάμαι για τον αφιλικό μου τόνο χθες.
02
συμπονώ, συμπάσχω
Mitgefühl für jemandes schwierige Situation zeigen
Παραδείγματα
Alle bedauerten die Familie nach dem tragischen Unfall.
Όλοι συμπόνεσαν στην οικογένεια μετά το τραγικό ατύχημα.



























