Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ballaststoff
[gender: masculine]
01
Διαιτητικές ίνες, Ίνες
Ein Bestandteil von pflanzlichen Lebensmitteln, der gut für die Verdauung ist und im Körper nicht vollständig abgebaut wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ballaststoffs
πληθυντικός τύπος
Ballaststoffe
Παραδείγματα
Ballaststoffe sorgen für ein längeres Sättigungsgefühl.
Οι ίνες εξασφαλίζουν μια μακροβιότερη αίσθηση πληρότητας.



























