Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Baguette
[gender: neuter]
01
μπαγκέτα, γαλλικό ψωμί
ein langes, dünnes französisches Brot mit knuspriger Kruste
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Baguette(s)
πληθυντικός τύπος
Baguetten
Παραδείγματα
In der traditionellen Bäckerei wird das Baguette noch mit Sauerteig und ohne Zusatzstoffe gebacken.
Στο παραδοσιακό αρτοποιείο, η μπαγκέτα ψήνεται ακόμα με προζύμι και χωρίς πρόσθετα.



























