Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das BAföG
[gender: neuter]
01
Υποτροφία, Φοιτητική επιδότηση
Finanzielle Unterstützung für Schüler und Studenten in Deutschland
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Bafög(s)
κύριο
Παραδείγματα
Er muss regelmäßig Nachweise für das BAföG vorlegen.
Πρέπει να υποβάλλει τακτικά αποδείξεις για το BAföG.



























